Friday, December 7, 2007

Στιγμές σταγόνες που κυλούν
στον ανεκπλήρωτο βυθό σου
χίλιες οργιές βαθιά
όσο σου φτάνει για να κρύψεις
ρίγος της μέρας στο κορμί
νύχτας αδράχτι.

Βουτάς, παραίσθηση, στη δίνη
να σε τραβήξει
χίλιες οργιές βαθιά
όσο σου φτάνει να θυμάσαι
άφθαρτο χρόνο συνετό
αφηρημένα παραμύθια

στιγμές
αιφνίδιες αιχμές
στον ύπνο σου
Σφίγγεις τα χείλη σου
σε πρόδωσε η σιωπή
με βλέμμα φθινοπωρινό
κοιτάς
πίσω απ' τις λέξεις μου.
σπας την αλήθεια
και με τρυπάς με θραύσματα
κι όμως, ακόμη να το δεις
ακόμη κρύβεσαι
πίσω απ' τις λέξεις μου
για να μη δεις
πως σ' αγαπώ
για να μη δω κι εγώ
και καταλάβω.

Thursday, July 26, 2007

Θολή πνοή
που αντιστέκεται
σε μιας αιώνιας συντριβής τη μοναξιά.

στερνή πνοή
ενός κεριού
που αργοσβήνει
για να σου δώσει
λίγον, ακόμη, χρόνο
να πεις
πως πρόλαβες
το Φως.

Sunday, April 29, 2007

Μπερδεύτηκαν του ύπνου μου οι χορδές
κι άργησα να καταλάβω το μίσχο της αγάπης σου.
έσπασε το ξημέρωμα, κι έμεινε ο ουρανός υγρός
μαζί μου να σ' αναζητά, αργά το βράδυ
όσο κοιμούνται οι πεταλούδες στα κλεφτά.
λάθος, βέβαια, που σε ψάχνω στο σκοτάδι
μα, δεν θα το αντιληφθώ
πριν να μ' αγγίξει ο ήλιος
και δω πως δεν υπάρχει φως, μακριά σου
μονάχα θάλασσα άλιωτη
να σβήνει την φωτιά μου.

Wednesday, April 18, 2007

Έχει οξυνθεί ο αέρας, πια
και λιώνουν οι μορφές
πένθιμα πέπλα, που καίγονται ως τη στάχτη
για να ορκιστούν αιώνια σε κέρινους βωμούς
καρφώνοντας, μ' ενοχή, τον ορίζοντα
αιχμάλωτο της νιότης.

Saturday, April 14, 2007

Ζω στη σκόνη του χρόνου που παρέρχεται
και στο αχνό ξημέρωμα της τελευταίας μέρας
κι είναι η σκουριά
που αγκαλιάζει, στον καθρέφτη, τη μορφή μου.
κι ο τοίχος πίσω, που άφησα άδειον
να μου θυμίζει τον εαυτό μου
κι ό, τι έζησα, ως τώρα, και θα ζήσω
αφού επέτρεψα να υπάρχω ως αντίκρυσμα αντίστροφο του εγώ μου
κι όχι ως εγώ.

Tuesday, April 3, 2007

Λες
πως όλα είναι ένα
μία ουσία
διασπασμένη, ίσως, ναι
μα ένα σύνολο

Λες
πως όλα είναι χρώμα
τα μάτια μας το φτιάχνουν
μ' απόλυτη διαφάνεια
εμείς
είμαστε τα χρώματα

Λες
πως όλα είναι γυαλί
αθραυστο κρύσταλλο
ξεκάθαρο, πολύχρωμο, ευθύ
ένα όμορφο βιτρώ

Λες
πως όλα είναι ζωή
προορισμένη σ την εξαΰλωση
υπάρχει- μα, όχι, όχι μόνο
πολλά παραπάνω από αυτό

Λες
πως όλα είναι φως
απόλυτο, άσπρο φως
πληρώνει τα κενά μας

Λες
πως όλα είναι ομορφιά
καλά κρυμμένη
πίσω απ' αριστουργήματα
μπουκάλια πλαστικά

Λες
πως όλα είναι τέχνη
φτιαγμένη από τους ανθρώπους
φτιαγμένη για τους ανθρώπους
εμάς

Λες
πως ο κόσμος είναι υπέροχος
ο κόσμος μας

λέω
πως ο κόσμος μου είσαι εσύ
απλά
εσύ.
Τοξικοί έρωτες γραμμώνουν τους τοίχους, όπως καίγεται η θύμησή σου σε παρακλάδια ξερά, και φύλλα, και κατακόκκινα λουλούδια, σε ταβάνια μαυρισμένα από την υγρασία κι από την υλιστική αντιμετώπιση των ανθρώπων που καταριούνται προδότες εραστές, μα, που, δίχως αυτούς, δεν θα ξημέρωνε η μέρα τους η επόμενη, κι η κάθε επόμενη μέρα θα 'παυε ν' ανοίγει το παράθυρο, για να μεταδώσει τον χαιρετισμό του σύμπαντος, και θα σπούσε τα γυάλινα μάτια τους, που, νεκρωμένα απ' την εξάρτηση, αποβάλλουν παγωμένες στον χρόνο αναμνήσεις, κι εκτοξεύουν θρύψαλλα χαρμολύπης, που διαπερνούν τα στενά όρια της τυφλότητας και της ελπίδας, όπως η σφαίρα, που, λίγες στιγμές αργότερα, θα διαπεράσει τον κρόταφό μου, αφήνοντας ένα μικρό αδιόρατο κενό στο ταβάνι, στο πλήθος, και στις σκέψεις σου, πληρούμενο, ολοένα, από διαυγές μυστήριο φως, που κιτρινίζει και τεντώνεται, σαν το αιώνιο χαμόγελο στις άκρες των χειλιών μου, δειλά μειδιάζουσες, σαν αηδόνι, που σώπασε βουή αρμάτων κι έπεσε, κι αέναα θα τραγουδά τον ύμνο της Ζωής, μεσ' απ' τον Θάνατό του, αφού σπιλώθηκε η αυγή με αίμα, κι η νεότητα, προσδοκώντας τη δική σου Σωτηρία, μεσ' απ' την αειθαλή υπέρηχη Κραυγή μου, π' ακούς, μα, δεν προσέχεις, και θ' αντιληφθείς μετά το Τέλος μου.
Προφητική έκσταση δηλώνεις
και το ρίγος σου συθέμελα ταράζει τα λιμνάζοντα νερά
έλη της προτροπής των ανθρώπων στην επιβίωση
καθώς κραίνει το αμίλητο νερό τους, σ' ονειρώξεις μυστικές
σ' εξοφλήσεις της ανθρώπινης αιδούς
σε σκοταδικό έρωτα πυρός και γης, στ' ανθρώπινο μυαλό.

Ο ειρωνικός βηματισμός σου χαράζει την πλακόστρωτη σιωπή
έκοψες τον πλακούντα σου νωρίς, της ντροπής τον φόβο
γι' αυτό, μονάχος περιφέρεσαι, σε βρώμικα πλακάκια
μήτρα της δύναμής σου η αυτοτέλεια, κι αδυναμία η οργή σου
μα δεν φθίνεις
πάλι, γυρνάς στην πατρική υπόγα
κάτω απ' την παράνοια μιας ζωής
που εγκατέλειψες, πριν σε προλάβει.
Η διάθλαση του "εγώ" μου σβήνει
διάστικτη απ' το χαλάζι τ' ουρανού σου
κι έμεινα απρόσωπη
ν' αναζητάω τη μορφή μου σε καθρέφτες
μα ραγίζουν
ύστερα, ψάχνω στη ματιά σου
μα, είναι βαθύτερη η ρωγμή
και, δε μ' ακούς
που πέφτω
και σου φωνάζω "Σ' αγαπώ..."
Σαν να ξέρεις
πως, τα ρόδα δεν είναι ρόδα
οι σκέψεις δεν είναι σκέψεις
εμείς δεν είμαστε εμείς.
κι όμως, συνεχίζεις
απλόχερα το φως σου να μοιράζεις
σαν να μη νοιάζεσαι
σαν να μη σ' ένοιαζε ποτέ
δίνεις κομμάτια από σένα
σ' ανθρώπους που τους λείπεις
μα, αντί να μειώνεσαι, πληθαίνεις
γιατί χαρίζεσαι παντού
παντού θα κατοικείς
και θα υπάρχεις
μέσα στην άνοιξη του κόσμου
που, σε αγνόησε, παλιά
μα, τώρα, υποκλίνεται, μπροστά σου
ταπεινά
μεστά
και ζει από μέσα σου
όπως ζεις κι εσύ μέσα σ' αυτόν.
Μπορείς ν' ακούσεις τον κλαυθμό των κυμάτων
Όπως ξεθυμαίνουν στην ακτή
Ξεχασμένα
Μόνα
Ραγίζουν, και σπουν
Σαν κρύσταλλα πολύτιμα, που δεν ανακάλυψες ακόμη
Ιριδίζουσες αποχρώσεις θρυμματίζονται
Κι εσύ, ούτε, καν, το υποψιάζεσαι
Είσαι τόσο μακριά...